ευεργέτημα

ευεργέτημα
Το αποτέλεσμα της ευεργεσίας, η χάρη, μια ωφέλιμη και γενικά καλή πράξη. Ο όρος χρησιμοποιείται και στη νομική γλώσσα αλλά με διαφορετικές έννοιες, ανάλογα με τις περιπτώσεις. Στο μεσαιωνικό δίκαιο ο όρος ε. δήλωνε την παραχώρηση της κάρπωσης μιας εδαφικής έκτασης που ονομαζόταν και η ίδια ε. (beneficium) από μέρους αρχικά του ηγεμόνα ή ενός από τους μεγάλους αξιωματούχους της αυλής, προς όφελος προσώπων τα οποία συνδέονταν μαζί τους με δεσμό αφοσίωσης και πιστής υπακοής. Το ε. αποτελούσε ένα από τα συστατικά στοιχεία του φέουδου μαζί με την υποτέλεια, με τον προσωπικό δηλαδή δεσμό πιστής υπακοής και εξάρτησης που ένωνε εκείνον που έπαιρνε το ε. (υποτελή) με τον παραχωρητή, και αργότερα με την ασυλία, δηλαδή την απαλλαγή από δημόσια βάρη των παραχωρημένων εδαφών και την απονομή στον υποτελή πολιτικών δικαιωμάτων πάνω σε αυτά τα εδάφη και πάνω στους κατοίκους τους. Τα ε. ήταν στην αρχή πρόσκαιρα και ανακλητά αλλά κατόπιν έγιναν ανέκκλητα και κληρονομικά. Στο ελληνικό δίκαιο, ο όρος σημαίνει μια ευχέρεια που παραχωρεί ο νόμος σε μια ορισμένη κατηγορία προσώπων, πραγμάτων ή νομικών σχέσεων. Με την έννοια αυτή συναντάται στο κληρονομικό δίκαιο, κατά το οποίο αναγνωρίζεται ότι η αποδοχή της κληρονομιάς γίνεται με το ε. της απογραφής για ορισμένες κατηγορίες προσώπων (ανίκανων ή περιορισμένης ικανότητας κλπ.) ή για όφελος του κληρονόμου ο οποίος δηλώνει ότι αποδέχεται την κληρονομιά με το ε. της απογραφής. Ο A.K. προβλέπει ειδικότερα, ότι σε περίπτωση αποδοχής με τους παραπάνω όρους δεν γίνεται σύγχυση με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς και ο κληρονόμος ευθύνεται μέχρι του ενεργητικού. Ειδικές διατάξεις προβλέπουν σχετικά με τη διοίκηση της κληρονομιάς, για παράδειγμα, εκποίηση ακινήτων και τίτλων, η οποία έγινε αποδεκτή με το ε., και παρέχεται στον κληρονόμο ευχέρεια παραχώρησης της κληρονομικής περιουσίας στους δανειστές. Στον Α.Κ. απαριθμούνται περιπτώσεις έκπτωσης από το ε. (δόλος αναφορικά με την απογραφή ή τη διαχείριση, πώληση ακινήτων ή τίτλων χωρίς δικαστική άδεια). Επίσης, σε άλλες περιπτώσεις το αστικό δίκαιο αναγνωρίζει ε., όπως στην περίπτωση που παραχωρείται στον δωρητή αναβλητική ένσταση (ε. ευπορίας) για να μην εκπληρώσει τη δωρεά, αν η τελευταία θα έθετε σε κίνδυνο τον ίδιο ή τα πρόσωπα των οποίων έχει τη διατροφή από το νόμο. Ομοίως, το ε. της διζήσεως επιτρέπει στον εγγυητή να αρνηθεί την καταβολή της οφειλής, ωσότου ο δανειστής ενεργήσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του πρωτοφειλέτη. Το ε. μπορεί να ισχύσει μόνο έπειτα από συμφωνία των ενδιαφερομένων. Στην πράξη, εξάλλου, η έκφραση ε. εκ του νόμου χρησιμοποιείται για να δηλώσει διάφορα μέτρα ωφέλιμα για τον κατηγορούμενο, που το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να αποφασίσει (υπό όρο αναστολή κλπ.). Το ε. πενίας, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, παρέχεται σε εκείνον που δεν μπορεί να καταβάλει τα έξοδα μιας δίκης χωρίς να περιορίσει τα απαραίτητα μέσα για τη διατροφή του ίδιου και της οικογένειάς του. Η διαδικασία και τα αποτελέσματα του ε. αυτού προβλέπονται σε ειδικό κεφάλαιο της πολιτικής δικονομίας. Είναι θεσμός σημαντικός για την απονομή της δικαιοσύνης γιατί τα έξοδα της δίκης μπορεί να εμποδίζουν τους πιο φτωχούς να καταφύγουν στη δικαιοσύνη και να ζητήσουν το δίκιο τους, εγκαταλείποντάς το στους οικονομικά ισχυρούς.
* * *
το (ΑΜ εὐεργέτημα) [ευεργετώ]
αγαθή και ωφέλιμη πράξη που γίνεται για κάποιον
νεοελλ.
(νομ.) ευεργετική διάταξη ενός νόμου που επιτρέπει ιδιάζουσα λύση σε ορισμένες περιπτώσεις, η οποία ευνοεί ορισμένα άτομα ή τάξεις ατόμων («εὐεργέτημα πολυτέκνων»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐεργέτημα — service done neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευεργέτημα — το, ατος 1. το αποτέλεσμα του ευεργετώ, χρήσιμη παροχή, προσφορά σημαντική. 2. (νομ.), δικαίωμα που παρέχεται με νόμο σε ορισμένα άτομα ή νομικά πρόσωπα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐεργέτημ' — εὐεργέτημα , εὐεργέτημα service done neut nom/voc/acc sg εὐεργέτημαι , εὐεργετέω to be a benefactor perf ind mp 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετημάτων — εὐεργέτημα service done neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετήμασι — εὐεργέτημα service done neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετήμασιν — εὐεργέτημα service done neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετήματα — εὐεργέτημα service done neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετήματι — εὐεργέτημα service done neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετήματος — εὐεργέτημα service done neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐεργετήματ' — εὐεργετήματα , εὐεργέτημα service done neut nom/voc/acc pl εὐεργετήματι , εὐεργέτημα service done neut dat sg εὐεργετήματε , εὐεργέτημα service done neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”